Η χώρα αντιμετωπίζει μια από τις δυσκολότερες φάσεις της νεότερης ιστορίας της, με συνεχείς και επάλληλες κρίσεις, περίπλοκες μεταβάσεις, όπως η ενεργειακή, και υπαρξιακά γεωπολιτικά ζητήματα. Σε αυτά περιμένει απαντήσεις από τα κόμματα και τα συνέδριά τους

Ηπερίοδος των κομματικών συνεδρίων άνοιξε με τον ΣΥΡΙΖΑ και ακολουθούν η ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ. Είναι μισή αλήθεια ότι τα συνέδρια είναι απλή προετοιμασία ενόψει των εκλογών του επόμενου χρόνου. Γιατί η άλλη μισή είναι ότι η προεκλογική επίδοση εξαρτάται και από τη «φυσιογνωμία» του κόμματος όπως αυτή αποτυπώνεται στα συνέδρια με τις επίσημες αποφάσεις και τις ανεπίσημες διαμάχες. Αυτά ισχύουν σε κάθε περίσταση, αλλά ισχύουν κατεξοχήν στην παρούσα περίοδο για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι οι διαχωριστικές γραμμές, οι εγκατεστημένες αντιπαλότητες και οι πιθανές συνεργασίες επαναχαράσσονται υπό την επίδραση των διλημμάτων της νέας εποχής. Οι παλιές διαμορφωμένες ταυτότητες, παρατεταγμένες στον μεταπολεμικό άξονα Αριστερά – Δεξιά, δεν αρκούν πια για να ορίσουν τον κομματικό ανταγωνισμό. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι τα τρία σημαντικά κόμματα ανταγωνίζονται σήμερα να κατακτήσουν τον λεγόμενο μεσαίο χώρο ή κοινωνικό Κέντρο, έναν κρίσιμο χώρο σε κίνηση, που δεν προσεγγίζεται μόνο με «μέτρα» και «παροχές», αλλά επηρεάζεται και από τα ταυτοτικά στοιχεία των κομμάτων που τον διεκδικούν.
Υπό αυτή την έννοια, η ΝΔ θα κριθεί από το κατά πόσο μπορεί να δώσει βαθύτερο περιεχόμενο στο αντιΣΥΡΙΖΑ αίσθημα, προβάλλοντας ως μια εθνική και φιλελεύθερη-δημοκρατική παράταξη, σταθερά στραμμένη στην Ευρώπη και τη Δύση, αλλά επίσης λαϊκή που δεν κοιτά αφ’ υψηλού και ελιτίστικα τον «ανορθολογισμό» και τον «αντιδυτικισμό» των αδύναμων στρωμάτων. Το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ θα κριθεί από το κατά πόσο, κινούμενο στο ίδιο εθνικό και ευρωπαϊκό περιβάλλον, θα δώσει τη δική του σοσιαλδημοκρατική εκδοχή, διεκδικώντας και πάλι την πρωτεύουσα θέση στον κόσμο της ευρύτερης Κεντροαριστεράς.

Μόνο δεδομένο ωστόσο είναι το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, στο οποίο εκκρεμούσε ο σαφέστερος προσδιορισμός της φυσιογνωμίας του. Στο 1ο Συνέδριο το 2013 συστήθηκε ως ανερχόμενο αντιμνημονιακό κόμμα που έφτανε στα πρόθυρα της εξουσίας δηλώνοντας «καμία θυσία για το ευρώ». Στο 2ο Συνέδριο το 2016 ήταν το κυβερνητικό κόμμα που είχε διαπιστώσει «το εξαιρετικά δυσμενές ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον» λόγω του οποίου «αναγκάστηκε να αποδεχτεί» το Μνημόνιο. Στο τωρινό 3ο Συνέδριο περιορίστηκε να απαριθμήσει τις θετικές «παρακαταθήκες» της κυβερνητικής του θητείας υπεκφεύγοντας την αναγκαία αυτοκριτική ανασκόπηση της πορείας του. Στην ουσία βγήκε ως κόμμα του Τσίπρα, ο οποίος ανέλαβε να χειριστεί τις ασάφειες του κόμματος.

Γιατί η φυσιογνωμική ασάφεια παρέμεινε, αλλάζοντας όμως πεδίο. Πριν αναφερόταν σε ένα κόμμα της ιστορικής Αριστεράς το οποίο είχε πραγματοποιήσει ή είχε υποστεί (ό,τι προτιμάτε) μια λαϊκιστική μετάλλαξη, ακολουθώντας το ρεύμα που αναδύθηκε στις δυτικές χώρες μετά την πτώση του σοβιετικού κομμουνισμού και τη διεθνή οικονομική κρίση του 2008. Τώρα η φυσιογνωμική ασάφεια αναφέρεται σε ένα αρχηγικό κόμμα στο οποίο η παλαιά αριστερή στελέχωση παραμερίστηκε από ένα απροσδιόριστο προς το παρόν μείγμα στελεχών της «γενιάς Τσίπρα» με ομάδες προερχόμενες πρωτίστως από τη λαϊκιστική και συντεχνιακή πτέρυγα του παλαιού ΠΑΣΟΚ.

Ο παραμερισμός έγινε με εντυπωσιακά αποϊδεολογικοποιημένο και οργανωτίστικο τρόπο, γεγονός που από μόνο του μιλάει για την πολιτική αντίληψη και τον χαρακτήρα του κόμματος μετά το συνέδριο. Η αντίθεση της Ομπρέλας στον αρχηγικό μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ έχει προφανώς ως αιτία τη διεκδίκηση μεγαλύτερης ισχύος στα εσωκομματικά, ωστόσο δείχνει και μια διαφορά πολιτικής νοοτροπίας με έντονα γενεαλογικά στοιχεία. Οπως η ομάδα Λαφαζάνη που αποχώρησε από το κόμμα το 2015, έτσι και η Ομπρέλα τώρα αντιπροσωπεύει γενιές στελεχών που έχουν διαμορφωθεί πολιτικά σε μια προηγούμενη εποχή όταν ο σοσιαλισμός / κομμουνισμός ήταν ακόμα ενεργό κοινωνικό σχέδιο, έστω στα τελευταία του.

Το Κόμμα ήταν το επίκεντρο της στράτευσης, οι ταυτότητες ήταν ισχυρές αλλά ιδεολογικά και θεωρητικά συνθετότερες, η προγραμματική πολιτική απαιτητικότερη. Το τέλος του κομμουνισμού και η επικράτηση του καπιταλισμού παγκοσμίως γέννησε νέου είδους μετανεωτερικά κινήματα άρνησης και καταγγελίας που δεν είχαν πια τη δυνατότητα αγκύρωσης σε ένα εναλλακτικό μοντέλο, αλλά ούτε την υποχρέωση να προτείνουν πειστικές εναλλακτικές πολιτικές. Στις νέες ιστορικές συνθήκες αναπτύχθηκαν ως κινήματα «αντί» (της παγκοσμιοποίησης, του νεοφιλελευθερισμού) και βασίστηκαν στους απλοποιητικούς επικοινωνιακούς κώδικες των κοινωνικών δικτύων. Προφανώς αυτά γέννησαν ένα νέο προφίλ πολιτικοποίησης και στράτευσης. Ο Τσίπρας, η γενιά του και οι νεότεροι ανήκουν κυρίως σε αυτή την πολιτική εμπειρία.

Δεν χρειάζεται να αξιολογήσουμε τη διαφορά ούτε να εξιδανικεύσουμε ένα αριστερό παρελθόν. Αλλωστε με την «κωλοτούμπα» του 2015 ήταν ο Τσίπρας που στάθηκε «στη σωστή πλευρά της Ιστορίας» και όχι οι αντίπαλοι του ευρώ που αποχώρησαν. Χρειάζεται όμως να σημειώσουμε πως η κυριαρχία του Τσίπρα δεν οφείλεται μόνο στην ηγετική του υπεροχή έναντι των αντιπάλων. Η ιστορική διαμόρφωση της γενιάς του ταιριάζει καλύτερα στα χαρακτηριστικά του μείγματος που θέλει να φτιάξει με τις παλαιοπασοκικές ομάδες. Το πρόβλημα ωστόσο είναι ότι την ίδια ώρα μεγεθύνει τα αρνητικά χαρακτηριστικά και εγκαθιστά την ασάφεια της φυσιογνωμίας στο DNA του κόμματος. Αυτή η προοπτική δεν είναι ευχάριστη για την εθνική μας πολιτική. Προδιαγράφει ένα κόμμα που βρίσκει τον εαυτό του πρωτίστως στο «αντί» – που χρειάζεται έναν εχθρό για να συστηθεί το ίδιο.

Και αν αυτό ισχύει γενικά στην πολιτική, εδώ η «κατασκευή του εχθρού» γίνεται σε πνεύμα ακραίας πόλωσης επί παντός επιστητού, από τα μεγαλύτερα ως τα μικρότερα, σε βαθμό που ξεφεύγει από την πραγματικότητα. Πόσοι αλήθεια πολίτες αισθάνονται σήμερα ότι «η ιδεολογική διάσταση που έχει περιενδυθεί η πολιτική της κυβέρνησης ΝΔ ακολουθεί όλους τους παγιωμένους γνώμονες του νεοφιλελευθερισμού (λατρεία του ατομικού, μίσος σε οτιδήποτε συλλογικό, ύμνος στον ανταγωνισμό άνευ όρων), με μοχλό μια αντίστοιχα μεταμφιεσμένη ακροδεξιά ιδεολογία (ριζική αναθεώρηση της πρόσφατης ιστορίας της χώρας, εθνικισμός, «ορθόδοξος» φονταμενταλισμός, ρατσισμός, ομοφοβία, μισογυνισμός, ισλαμοφοβία, αντιπροσφυγική υστερία, παρόξυνση της καταστολής)» όπως λέει η πολιτική απόφαση του ΣΥΡΙΖΑ; Οσο πιο ακραία και εξωπραγματική είναι η κατασκευή του εχθρού τόσο πιο απλοϊκή είναι η κατανόηση τού εαυτού. Οταν φτιάχνεις μια καρικατούρα των αντιπάλων τότε απλώς ελπίζεις σε μια νέα καταστροφή για να εκμεταλλευτείς την απόγνωση της κοινωνίας.

«Οσο χειρότερα, τόσο καλύτερα», το έλεγαν κάποιοι παλιά. Οταν όλα τα βαφτίζεις «νεοφιλελευθερισμό» δύσκολα μπορείς να απαντήσεις στα δραματικά γεωπολιτικά προβλήματα του νέου ασταθούς κόσμου, στην «επιστροφή» του κράτους και της σκληρής ισχύος, στη νέα σύνθεση δημόσιου – ιδιωτικού που απαιτούν οι δυτικές κοινωνίες. Και τελικά αυτά που μένουν ως χαρακτηριστικά του κόμματός σου είναι η διαρκής εχθροπάθεια ως ύφος και ήθος της πολιτικής, ο πρωτόλειος αντιδεξισμός ως κοινός κώδικας ενός λαϊκιστικού πολιτικού λόγου αριστερής ή παλαιοπασοκικής κοπής, ο παρωχημένος κρατισμός. Μένει βεβαίως και ο ενοποιητικός στόχος της κατάκτησης της εξουσίας. Αλλά αυτός ο καθ’ όλα νόμιμος στόχος επιδιώκεται πια με όρους εξουσιαστικού μηχανισμού στα χέρια του αρχηγού.

Την ίδια ώρα, η χώρα αντιμετωπίζει μια από τις δυσκολότερες φάσεις της νεότερης ιστορίας της, με συνεχείς και επάλληλες κρίσεις, περίπλοκες μεταβάσεις, όπως η ενεργειακή, και υπαρξιακά γεωπολιτικά ζητήματα. Σε αυτά περιμένει απαντήσεις από τα κόμματα και τα συνέδριά τους.

**Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου

Πηγή άρθρου: in.gr

By admin

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.