Ο «σύντομος αιώνας» του Ιταλικού ΚΚ. Το αίσθημα μιας ιστορικής οφειλής, Γιάννης Βούλγαρης

Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης αποτέλεσε το διεθνές κέντρο του Κομμουνισμού. Το Κινεζικό ΚΚ του Μάο και ο κουβανέζικος κομμουνισμός του Κάστρο και του Γκεβάρα ενέπνευσαν στη δεκαετία 1960 έναν τριτοκοσμικό κομμουνισμό. Το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (ΙΚΚ) αποτέλεσε ασφαλώς το αρχετυπικό κόμμα του Ευρωκομμουνισμού και το σταθερότερο κέντρο αναφοράς του δυτικού μαρξισμού της ίδιας περιόδου. Διαπιστώνοντας την οριστική αποτυχία του σοβιετικού κομμουνισμού, αναζήτησε έναν άλλο δρόμο που θα συνένωνε τον σοσιαλισμό με τη δημοκρατία και θα αναβάθμιζε την ιδεολογική – θεωρητική σκευή του στο επίπεδο της ευρωπαϊκής πνευματικής παράδοσης ξεπερνώντας τον ευτελισμό και τον δογματισμό του «μαρξισμού-λενινισμού».

Το ΙΚΚ είχε τις προϋποθέσεις να το επιχειρήσει. Στην αφετηρία του είχε τις θεωρητικές επεξεργασίες του έγκλειστου στις φασιστικές φυλακές Γραμματέα του Αντόνιο Γκράμσι, το έργο του οποίου περιλαμβάνεται σήμερα σε όλα τα εγχειρίδια πολιτικής θεωρίας και πολιτισμικών σπουδών. Ιστορικός ηγέτης του ήταν ο Παλμίρο Τολιάττι, ένας από τους σημαντικότερους πολιτικούς της μεταπολεμικής Ευρώπης μέχρι τον θάνατό του το 1964, και ουσιαστικός διαμορφωτής του ΙΚΚ. Ήδη από την περίοδο της εθνικής αντίστασης στην οποία πρωτοστάτησε το ΙΚΚ, και συγκεκριμένα από το 1944, ο Τολιάττι καλλιέργησε μια πολιτική και μια κουλτούρα στο Κόμμα που παρά τις μετέπειτα επικρίσεις, το κατέστησε κέντρο των πιο αναγεννητικών επεξεργασιών για έναν δημοκρατικό σοσιαλισμό. Σε αυτές στηρίχτηκε αργότερα ο ευρωκομμουνισμός. Ο Μπερλινγκουέρ, ηγέτης του ΙΚΚ στην κατεξοχήν ευρωκομμουνιστική φάση, αποτύπωσε στο πρόσωπό του, τη γοητεία και το εύθραυστο του εγχειρήματος, τη βασανιστική δυσκολία που είχε η αποκοπή από το σοβιετικό στρατόπεδο, την ηθικότητα που όφειλε να εμπνέει και να εκπέμπει η Πολιτική, το ενδιαφέρον για τον διάλογο με τις άλλες κουλτούρες, αρχίζοντας από την χριστιανική.

Τα εκατό χρόνια του ΙΚΚ έχουν προκαλέσει ήδη μια έκρηξη εκδόσεων και συζητήσεων στην Ιταλία και το φαινόμενο μάλλον θα συνεχιστεί. Υπάρχει ασφαλώς μια διάσταση νοσταλγίας. Αλλά κάθε νοσταλγία τροφοδοτείται από κάποια συγκαιρινή ανάγκη. Αυτή δεν είναι σίγουρα η νοσταλγία του κομμουνισμού. Η ιστορία και των τριών βασικών εκδοχών του που προανέφερα, έκλεισε οριστικά με το τέλος του «σύντομου 20ου αιώνα» 1917-1991. Με διαφορετικό τρόπο. Τραγικό και με πάταγο στη Ρωσία, ειρωνικό στην Κίνα καθώς το Κόμμα σήμερα ηγείται επιτυχώς ενός αυταρχικού κρατικού καπιταλισμού. Ο ευρωκομμουνισμός καθώς δεν κυβέρνησε, άφησε καταρχάς τελεσίδικα ιστορικά συμπεράσματα, πρώτο εκ των οποίων ήταν η τελική αδυναμία του ίδιου του Κομμουνισμού να μεταρρυθμιστεί και να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις μιας σύγχρονης κοινωνίας. Οι επίγονοι του ΙΚΚ έζησαν και ζουν μια σειρά ατελέσφορών μετεξελίξεων που συνεχίζονται ως σήμερα υπό διάφορα κομματικά ονόματα. Η κρίση φυσιογνωμίας αποδείχτηκε παρατεταμένη και η διαμόρφωση μιας νέας προβληματική. Το γεγονός έχει ένα γενικότερο ενδιαφέρον γιατί θέτει επίκαιρα ζητήματα και κρίσιμες θεωρητικές-πολιτικές υπομνήσεις. Μια διαδεδομένη άποψη ήδη από το 1991 ήταν ότι το ΙΚΚ το μόνο που είχε να κάνει ήταν «να γίνει σοσιαλδημοκρατικό», πράγμα που άλλωστε επιδίωξε. Σας «περιμέναμε εδώ και πολλά χρόνια» ήταν το καλωσόρισμα του Βίλλυ Μπραντ, ηγέτη τότε της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, στην αντιπροσωπία του ΙΚΚ που συμμετείχε για πρώτη φορά το 1991 σε συνέδριο του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Όμως η «σοσιαλδημοκρατικοποίηση» δε έλυσε το πρόβλημα. Για πολλούς λόγους, ο πρώτος εκ των οποίων είναι κατά τη γνώμη μου ότι τη δεκαετία του 1980 δεν έληξε μόνο ο κομμουνισμός, αλλά παράλληλα η ιστορική Σοσιαλδημοκρατία «εξάντλησε την προωθητική της δύναμη». Με άλλα λόγια, και οι δύο πολιτικές κουλτούρες που πήγασαν από τον Σοσιαλισμό του 19ου αιώνα, εστιάζοντας στο εθνικό κράτος και στην πολιτική – συνδικαλιστική οργάνωση των εργατικών τάξεων της βιομηχανικής κοινωνίας, ξεπεράστηκαν από την εξέλιξη της μεταβιομηχανικής περιόδου.

Προς τι λοιπόν η νοσταλγία για το ΙΚΚ στη σημερινή Ιταλία αλλά και ευρύτερα; Νομίζω ότι υπάρχει καταρχάς το αίσθημα μιας ιστορικής οφειλής. Στην Ιταλία εκφράζεται προς το ΙΚΚ και την κομμουνιστική παράδοση. Σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες απευθύνεται προς άλλα ιστορικά κόμματα και παραδόσεις αναλόγως των ιδιαίτερων εθνικών ιστοριών. Έχουν όμως ένα κοινό σημείο. Την αναγνώριση της συμβολής που είχαν οι μεγάλες πολιτικές κουλτούρες, της Χριστιανοδημοκρατίας, της Σοσιαλδημοκρατίας και του δυτικού Κομμουνισμού, στη διαμόρφωση του ιδιαίτερου ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, ενός μοντέλου που στηρίχτηκε σε έναν επιτυχή συμβιβασμό Καπιταλισμού και Δημοκρατίας, αλληλεγγύης και ατομικότητας, και που παραμένει διακριτό στη σημερινή εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Ειδικά για το ΙΚΚ και την Ιταλία η νοσταλγία δεν αφορά τον Κομμουνισμό αλλά μια εποχή που η Πολιτική συνυφαινόταν με ένα αίσθημα αποστολής και τα μαζικά Κόμματα λειτουργούσαν ως παιδαγωγοί των λαϊκών κυρίως μαζών. Η διαφορά από τη σημερινή παρακμή και την επιφανειακότητα της πολιτικής, της έξαρσης των λαϊκισμών, ή της απαξίωσης των κομμάτων, είναι αρκετή για να παρακινήσει σε νοσταλγικούς αναστοχασμούς. Αρκεί να διαβάσει κάποιος τις ομιλίες του Τολιάττι στις λαοθάλασσες που τότε συγκέντρωνε το ΙΚΚ, για να δει πώς οι αναγκαίες απλοποιήσεις και οι απαραίτητοι λαϊκισμοί, εντάσσονταν σε έναν σπουδαίο μάθημα πολιτικής, εθνικής ιστορίας και κουλτούρας. Ή αργότερα σε αντίστοιχες ομιλίες του Μπερλινγκουέρ, πώς η ανάγκη σύνδεσης της Πολιτικής με την ηθική ξεπερνούσε τις αντιπολιτευτικές ανάγκες και προσπαθούσε να εμφυσήσει ένα διαφορετικό εθνικό ήθος.

Ίσως μάλιστα σε αυτό το σημείο, της σημασίας της Πολιτικής με Π κεφαλαίο να βρίσκεται η βασική παρακαταθήκη του ΙΚΚ, που δεν αφορά μόνο την κομμουνιστική ιστορία, αλλά λειτουργεί σαν στοίχημα του παρόντος για όλες τις δημοκρατικές κουλτούρες. Το ΙΚΚ από τον Γκράμσι, τον Τολιάττι ως τον Μπερλινγκουέρ έδειξε μια μεγάλη πολιτική και θεωρητική ευαισθησία στην Πολιτική ως υπέρβαση του στενού μερικού – κορπορατιστικού ορίζοντα, και ως αναζήτηση των ηθικών πηγών της πολιτικής πράξης πέρα από το στενό οικονομικό συμφέρον. Ο Γκράμσι το έλεγε μάχη για την ιδεολογική ηγεμονία, και πολιτική προσανατολισμένη σε μια γενική «ηθική– διανοητική μεταρρύθμιση». Αυτή η αντίληψη έμεινε σαν ανεκπλήρωτη επαγγελία που διατηρεί μια δραματική επικαιρότητα. Επαγγελλόταν έναν διαφορετικό και πλουσιότερο συνδυασμό Καπιταλισμού και Δημοκρατίας που ξεπερνούσε τον οικονομισμό, την στενή ωφελιμιστική συμπεριφορά, προκειμένου να τροφοδοτηθεί από ηθικές πηγές και από συναισθήματα αλληλεγγύης που ο Καπιταλισμός έκανε να στερεύουν αλλά και η Δημοκρατία σε μια ατομιστική κοινωνία δεν ανανέωνε. Αυτή είναι μια προειδοποίηση για το παρόν.

Ο Γιάννης Βούλγαρης είναι ομότιμος καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου, Πηγή Άρθρου: Τα Νέα

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.