ΣΥΡΙΖΑ και Ευρωαριστερά χρειάζονται επειγόντως ισχυρή “αντιβίωση”

ΣΥΡΙΖΑ και Ευρωαριστερά χρειάζονται επειγόντως ισχυρή

Ο γνωστός Καναδός κεϋνσιανός οικονομολόγος Τζον Κένεθ Γκαλμπρέιθ, θεωρητικός των “θεσμικών οικονομικών”, διετέλεσε αξιωματούχος σε υψηλές κρατικές θέσεις στις ΗΠΑ και πρέσβης στην Ινδία. Επειδή για εύλογους λόγους δεν του έβγαινε να καταγράψει την εμπειρία του σε σχέση με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έγραψε ένα μυθιστόρημα σύγχρονης διπλωματίας με τίτλο “Θρίαμβος” (εκδ. Παπαζήση, 1968, μετάφραση Αλεξ. Κοτζιά) που αναφέρεται σε κάποια φανταστική λατινοαμερικάνικη Μπανανία.

Μεταξύ άλλων χαρακτήρων, παρουσιάζει και έναν καθηγητή Πολιτικών Επιστημών, στο μάθημα του οποίου ένας φοιτητής του θέτει το ερώτημα: «Πιστεύετε κύριε πως μπορεί η Νέα Αριστερά να πετύχει εκεί που απέτυχε η Παλαιά Αριστερά;» Ο καθηγητής δεν είχε ιδέα τι εστί Νέα Αριστερά, Νέα Πολιτική ή μαοϊκή αναγέννηση, αλλά απάντησε ως εξής: «Σε τελευταία ανάλυση νομίζω πως μπορούμε να υπολογίζουμε στον τελικό θρίαμβο του ελεύθερου πνεύματος. Θα σας εξηγήσω γιατί…».

Η μη κομμουνιστική Αριστερά, ως μη αποκαλυπτική και μη ουτοπική πολιτική πράξη, είχε ένα τεράστιο πλεονέκτημα στην Ιστορία. Είχε τη δυνατότητα προσαρμογής στις εκάστοτε μεταβαλλόμενες συνθήκες, με βάση τον δημοκρατικό της “Είναι” και τον από αυτό εκπορευόμενο αυτονόητο πραγματισμό. Το ιστορικό αυτό πλεονέκτημα θα μπορούσε ενδεχομένως να εκλάβει εκθετικές ιστορικές διαστάσεις τόσο με αφορμή την ρεβιζιονιστική στροφή του Τενγκ Τσιαοπίνγκ στην Κίνα, όσο και με την κατάρρευση του τότε υπαρκτού λενινισμού-σταλινισμού.

Όμως, το πλεονέκτημα αυτό συχνά οδήγησε την μη κομμουνιστική Αριστερά, που πολιτικά εκφράστηκε από τη σοσιαλδημοκρατία, στην πλήρη ταύτισή της με το σύστημα. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που πήραν την εξουσία από τη δεκαετία το 1970 και μετά, βρέθηκαν παντελώς απροετοίμαστα απέναντι στην αιφνίδια μετάλλαξη του καπιταλισμού, ο οποίος πέρναγε τότε στην υπερ-μονεταριστική του φάση υπό τον ιδεολογικό μανδύα του νέο-φιλελευθερισμού.

Η φάση αυτή οδήγησε την παγκόσμια οικονομία στον υπερδανεισμό και στην διαμόρφωση της κατάστασης των οικονομιών του χρέους. Έτσι, η σοσιαλδημοκρατία παραδόθηκε στις αγορές, όπως έγινε στην περίπτωση του βρετανικού Εργατικού Κόμματος με τον Τόνι Μπλερ, της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας με τον Σρέντερ, για να μην πάμε πιο παλιά, ή του ΠΑΣΟΚ με τον Σημίτη.

Ο κύκλος ολοκληρώθηκε

Η Νέα Αριστερά, όπως την όρισε ο “πατέρας” της Χέρμπερτ Μαρκούζε ως κριτική στον καπιταλισμό, στην τεχνολογία, στον ιστορικό υλισμό και στον πολιτισμό της κατανάλωσης και της ψυχαγωγίας, κατάγγειλε εγκαίρως τις νέες μορφές κοινωνικού ελέγχου που υιοθέτησε ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός. Μπορούμε να υποθέσουμε μάλλον βάσιμα ότι οι προγραμματικές θέσεις τύπου Μαρκούζε εξαντλήθηκαν στην πράξη με τα γεγονότα του Woodstock, των εξεγέρσεων στα αμερικάνικα πανεπιστήμια, του παρισινού Μάη, της Άνοιξης της Πράγας, του Πολυτεχνείου και πολλών άλλων γεγονότων μέχρι τη λήξη του πολέμου του Βιετνάμ και την Πτώση του Τείχους.

Σήμερα, τα προτάγματα της πάλαι ποτέ Νέας Αριστεράς φαίνεται να έχουν εξαντλήσει τον ιστορικό τους κύκλο. Νέα ζητήματα έχουν αναδυθεί μετατοπίζοντας συνεχώς τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα δύο ιστορικά μπλοκ, τους λίγους εξουσιαστές και τους πολλούς εξουσιαζόμενους. Τα νέα κοινωνικά κινήματα της αντιπαγκοσμιοποίησης, της οικολογίας και τα κινήματα τύπου “occupy” παρότι επέδειξαν σημαντική δυναμική και δραστηριότητα και κάποιες προγραμματικές θέσεις μοιάζουν κι αυτά να έχουν εξαντλήσει τη δυναμική τους.

Σήμερα, το ιστορικό πλεονέκτημα της προσαρμογής στις συνεχώς εξελισσόμενες συνθήκες εξακολουθεί να υπάρχει θεωρητικά, ενδεχομένως και τακτικά, όχι όμως οραματικά και προγραμματικά. Έτσι, οι αριστεροί στοχαστές και θεωρητικοί αν και κάνουν σοβαρή κριτική στο σύστημα και εντοπίζουν και αποκαλύπτουν τα νέα εργαλεία επιβολής και επιτήρησης του νέου καπιταλισμού, αφήνουν το πολιτικό υποκείμενο ουσιαστικά μόνο του απέναντι στο σύστημα.

Μετά έρχονται τα αριστερά κόμματα στα Κοινοβούλια για να διαμαρτυρηθούν για τα κακώς κείμενα, για την αθέμιτη κρατική βία, για την απροκάλυπτη επιτήρηση, για τις τεράστιες ανισότητες κ.ο.κ. Μέχρι εκεί όμως, κι αυτό γιατί υπάρχει και κυριαρχεί ο ετεροπροσδιορισμός έναντι του νεοφιλελευθερισμού. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει ουσιαστική εναλλακτική πρόταση.

Το τέλος της αφοσίωσης

Τα αριστερά και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αλλά και τα κοινωνικά κινήματα στην προσπάθειά τους να συσπειρώσουν τις μάζες επιτίθενται στο άτομο που κάθεται σκεπτικό στον καναπέ του, ενίοτε το ειρωνεύονται και το χλευάζουν, υπερπροβάλλοντας την ανάγκη επιστροφής στη συλλογική δράση. Μα ναι! Αλλά με ποιους, πώς και γιατί; Δεν έχουν αντιληφθεί πως η εποχή των οπαδών και της αφοσίωσης (loyalty) έχει εδώ και καιρό τερματιστεί.

Οι κοινωνίες βράζουν και οι μάζες είναι έτοιμες να εξεγερθούν και να διεκδικήσουν και ενίοτε δι’ ασήμαντον αφορμήν (εισιτήρια, βενζίνη κλπ), αλλά όχι όπως παλιά. Από το Ιράκ και τον Λίβανο μέχρι το Χονγκ Κονγκ, από το Αλγέρι μέχρι την Αργεντινή γίνονται αιματηρές διαδηλώσεις που εξελίσσονται. Οι μάζες αυτοοργανώνονται μέσω της κοινωνικής δικτύωσης και συγκροτούν κινήματα και αιτήματα, δηλαδή αυτοεξελίσσονται.

Το κίνημα La nuit debout στη Γαλλία που ανέκοψε η ισλαμική τρομοκρατία, επανεμφανίστηκε δυναμικότερα με τα Κίτρινα Γιλέκα που συνεχίζουν δεύτερο χρόνο δράσης. Στις κινηματικές αυτές συσπειρώσεις βάση είναι η ατομική, προσωπική, απόφαση συμμετοχής γύρω από μια διαμαρτυρία που δεν προέρχεται από κόμματα, αλλά την πρωτοβουλία ενός ή μιας πολύ μικρής ομάδας.

Δεν υπάρχει σχέδιο, μόνο ένα κεντρικό αίτημα-αφορμή που στην πορεία συμπληρώνεται μεγεθύνεται και καταλήγει να είναι συνολικά αντί, με επίκεντρο την διαφθορά των κυβερνώντων και του τραπεζικού συστήματος, την κλιματική αλλαγή και κυρίως τις εισοδηματικές και πολιτικές ανισότητες. Σε όλα αυτά το τυχαίο είναι καθοριστικό, με την έννοια της στιγμής του μαζικού ξεσπάσματος, αλλά έτοιμη επαναστατική ηγεσία δεν υπάρχει, όπως θα έλεγαν και οι κομμουνιστές. Οι επαναστάσεις άλλωστε γίνονται πια στα εργαστήρια και στα γραφεία, όπως σαρκαστικά έχουμε υποστηρίξει εδώ και καιρό.

Η Ευρωαριστερά και το μονοπάτι του μεταμοντέρνου

Ζούμε στην εποχή του μεταμοντέρνου, μια κατάσταση περίπλοκη, γεμάτη αντιφάσεις, όπου οι ιεραρχίες και οι οργανωμένες δομές δεν γίνονται εύκολα ανεκτές, αλλά η διασύνδεση των πολιτικών, των οικονομικών και των πολιτισμικών παραγόντων είναι αισθητή. Το μεταμοντέρνο για την παρούσα Αριστερά έχει ένα σημαντικό αβαντάζ έναντι της λενινιστικής και σταλινικής ουτοπίας που μετέθετε στο επέκεινα την πραγμάτωσή της και η οποία άλλωστε ιστορικά απαξιώθηκε.

Κι αυτό, γιατί η μεταμοντέρνα κατάσταση μεταφέρει όλη την ουσία και την πράξη στο παρόν, διατηρώντας ισχυρή επαφή με το παρελθόν, με την παράδοση, σε αντίθεση με την πολεμική του μοντερνισμού. Το μεταμοντέρνο είναι αντιμεταφυσικό και προτάσσει το παρόν και την πράξη με όρους υπαρξιακούς.

Συνεπώς, η αριστερά των κομμάτων εξουσίας οφείλει ιδεολογικά και προγραμματικά να αναθεωρήσει τον μοντερνισμό της και τη γραμμική της αντίληψη για τα πράγματα. Μόνο έτσι ίσως μπορέσει να παίξει το ρόλο του πολιτικού οχήματος για τα νέου τύπου αιτήματα. Η πανευρωπαϊκή καθήλωσή της ή και υποχώρησή της οφείλεται σε αυτή την αδυναμία κατανόησης των νέων κοινωνικών καταστάσεων.

Ο στόχος που έθεσε ο Αλέξης Τσίπρας στην Κεντρική Επιτροπή Ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, δηλαδή, «η ανασύνταξη, η ανασυγκρότηση και ο μετασχηματισμός της πολιτικής μας συμμαχίας σε έναν σύγχρονο ανοιχτό, δημοκρατικό και συμμετοχικό κόμμα της κυβερνώσας Αριστεράς» είναι τόσο γενικόλογος για τα σημερινά δεδομένα που  σημαίνει ελάχιστα, αν όχι τίποτα. Ή μάλλον είναι τόσο παλαιομοδίτικα καθεστωτικός που αναρωτιέται κανείς αν εκεί πέρα καταλαβαίνει κανείς τη νέα κοινωνική συνθήκη.

Δεν επαρκεί η μαρξιστική ερμηνεία

Η μαρξιστική, οικονομίστικη ερμηνεία του κόσμου δεν επαρκεί εδώ και πολύ καιρό, χωρίς βέβαια να υποβαθμίζουμε την οικονομία ως κρίσιμο παράγοντα. Αλλά και εκεί, τι λέει ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία για τις τράπεζες που παρέδωσε στα funds για 6 δισ. ευρώ, για τις αγορές που τον χόρεψαν στο ταψί. Τίποτα. Τι λέει για το ιδιωτικό χρέος; Τίποτα. Τι λέει για τον εγκλωβισμό 75.000-100.000 μεταναστών μουσουλμανικού θρησκεύματος στην Ελλάδα της ανεργίας του 20%; Τίποτα. Τι λέει για την αποτρεπτική ισχύ της χώρας; Τίποτα.

Τι λέει για την ασφάλεια της χώρας που δήθεν διασφαλίζουν ΗΠΑ, ΕΕ και ΝΑΤΟ; Τίποτα. Τι λέει για την συνεκμετάλλευση, για την Κύπρο, για την αόρατη ΑΟΖ; Τίποτα. Τι λέει για τα ζητήματα εθνικής ταυτότητας; Τίποτα. Τίποτα από τα ζητήματα που απασχολούν και διαιρούν την κοινωνία. Τίποτα το ουσιαστικό, τίποτα το ριζοσπαστικό. Πιπιλάει λίγο τα περί πατρίδας (τα έλεγε κι ο Γιώργος Παπανδρέου περί νέου πατριωτισμού). Αλλά πώς; Με ποιους; Γιατί;

Ο ανθρωπισμός και ο διεθνισμός του Διαφωτισμού σήμερα μοιάζουν με τις μαρξιστικές θρησκοληπτικές επαγγελίες. Δεν καλύπτουν ούτε τις ανησυχίες ασφάλειας, ούτε τα ταυτοτικά προτάγματα του κόσμου. Τα απαντάει όπως-όπως ο ακροδεξιός λαϊκισμός. Η Αριστερά στέκεται αμήχανη, καταγγέλλουσα, διαμαρτυρόμενη, πολιτικά καθηλωμένη και άκυρη.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ το μεγαλύτερο αριστερό κόμμα στην ΕΕ θέλει να παίξει ρόλο πρωτοπορίας, ιδιαίτερα μετά το πάθημα του Κόρμπιν στη Βρετανία, αν η μεγάλη προοδευτική παράταξη στην Ελλάδα θέλει να ξαναδεί εξουσία ,θα πρέπει να απαντήσει τάχιστα και πειστικά για όλα αυτά. Διότι όπως έλεγε ο Τενγκ «δεν έχει σημασία αν ο γάτος είναι μαύρος ή άσπρος, το σημαντικό είναι να πιάνει τα ποντίκια». Εκτός κι αν περιμένει την επόμενη εθνική τραγωδία που συνήθως ιστορικά προκαλεί η ανικανότητα της Δεξιάς.

Πηγή άρθρου: https://slpress.gr/

Leave a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.